
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
(Από βιβλίο που δεν θα διαβαστεί ποτέ)
Όταν η συλλογική συνείδηση είχε ανάγκη να
αποθέσει κάπου τις ενοχές της ήταν ο πρώτος
που εύκολα γίνονταν δακτυλοδεικτούμενος,
χάριν μιάς ασυμβίβαστης σκληρής και αμείλικτης
πορείας που γεννήθηκε από την επιθυμία του
να συμβάλλει στην αλλαγή του κόσμου για ένα
καλύτερο αύριο.
Τώρα την είχε εγκαταλείψει, είχε δει ότι δεν είχε
νόημα, το έβλεπες στα μάτια του αυτό, στη θέση τους
υπήρχαν δύο παγωμένα πετράδια που συχνά
τα βράδια ξεκλείδωναν-ράγιζαν και ένας
ποταμός ξεχυνόταν από μέσα τους. Ο χρόνος
ξανάρχιζε από την αρχή, φέρνοντας στην μνήμη
μαζί του την κάθε στιγμή την κάθε λεπτομέρεια.
Είχε χάσει και την αγαπημένη σε μία άδικη-άνιση
μάχη. Αυτό πονούσε πολύ, ήταν αυτή που ένωνε τις
στιγμές, το πριν με το τώρα στο αύριο.
Ο χρόνος είχε παγώσει του είχε γίνει συνείδηση,
η αγάπη ο έρωτας εδώ σε αυτό τον κόσμο δεν
φέρνουν πάντα γαλήνη ευτυχία και ολοκλήρωση,
μερικές φορές φέρνουν πόνο και πληγές
που δεν επουλώνονται ποτέ.
Έπρεπε, ήθελε να κάνει το χρόνο να ξανατρέξει.
Η εμπειρία, δική του και ξένη έδειχνε ότι κανείς δεν
μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν και τον εαυτό του.
Και τα δύο τον βασάνιζαν είχε πειστεί ότι δεν μπορείς
να ξεφύγεις από το παρελθόν, μα το πάλευε ακόμα
δεν μπορούσε να το δεχτεί, μέχρι που έκανε μία
πολύ στενή γνωριμία με το θάνατο, η αγάπη ο έρωτας
εκείνης που πέρασε από την ζωή του και έφυγε
χωρίς να αφήσει υποσχέσεις άπλωσε το χέρι τον
τράβηξε του έδειξε έναν άλλο δρόμο, έφυγε,
ήταν ένα δυνατό τράνταγμα στην ύπαρξή του,
αυτό τον ξύπνησε από το λήθαργο, τώρα
καταλάβαινε έπρεπε να βάλει ένα ισχυρό φράγμα
να μην μπορεί να περάσει μπροστά το παρελθόν.
Μα έδινε και άλλες πιο δύσκολες μάχες καθημερινές,
ολονύχτιες, με τον εαυτό του, αυτές τον είχαν τσακίσει.
Προσπαθούσε να νικήσει τον εαυτό του ήταν δύσκολο,
έχανε, ήξερε ότι πάντα θα χάνει, ο εαυτός του τον
γνώριζε καλύτερα από ό,τι αυτός, πάντα θα έχανε.
Η νίκη σε αυτή την μάχη ήταν πολύ σημαντική θα
τον απογείωνε. Ένας άγνωστης διάρκειας πόλεμος
ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο.
Το ασυνείδητο που ένιωθε ότι χανόταν στα βάθη του
χρόνου, τον χειραγωγούσε και τον είχε μετατρέψει σε
όργανό του, αδύνατον να αντισταθεί στις προσταγές του.
Αυτό ήταν υπεύθυνο για το παρελθόν που τον στοίχειωνε.
Λειτουργούσε άβουλα σαν υπνωτισμένος έμοιαζε να
είναι γεννημένος από μία ιδιοτροπία της μοίρας,(έτσι
ονομάζει ο λαός το συμβόλαιο ενσάρκωσης, κάποιοι
άλλοι το ονομάζουν βαρύ κάρμα). Για αυτόν δεν ήταν
τίποτα από αυτά, ήταν το αντιπεπονθός, η ανταποδοτική
δικαιοσύνη όλα πληρώνονται εδώ...
Είχε συνειδητοποιήσει ότι την στιγμή που ο χρόνος θα
άρχιζε να ξανατρέχει θα έφερνε ένα πολύ βαρύ μέλλον
που γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να το σύρει μόνος
χωρίς εκείνη (ο Πυθαγόρας το έλεγε φίλιοι αριθμοί,
κάποιοι άλλοι alter ego και κάποιοι, δίδυμες φλόγες)
για αυτόν ήταν όλα μαζί.
Καταλάβαινε ότι έμπαινε σε ένα δρόμο είχε κατακερματίσει
το παρελθόν και ξήλωνε τα κομμάτια να πλέξη το μέλλον,
γνώριζε πως δεν θα υπήρχε λύτρωση παρά μόνο σιωπή
Όταν η συλλογική συνείδηση είχε ανάγκη να
αποθέσει κάπου τις ενοχές της ήταν ο πρώτος
που εύκολα γίνονταν δακτυλοδεικτούμενος,
χάριν μιάς ασυμβίβαστης σκληρής και αμείλικτης
πορείας που γεννήθηκε από την επιθυμία του
να συμβάλλει στην αλλαγή του κόσμου για ένα
καλύτερο αύριο.
Τώρα την είχε εγκαταλείψει, είχε δει ότι δεν είχε
νόημα, το έβλεπες στα μάτια του αυτό, στη θέση τους
υπήρχαν δύο παγωμένα πετράδια που συχνά
τα βράδια ξεκλείδωναν-ράγιζαν και ένας
ποταμός ξεχυνόταν από μέσα τους. Ο χρόνος
ξανάρχιζε από την αρχή, φέρνοντας στην μνήμη
μαζί του την κάθε στιγμή την κάθε λεπτομέρεια.
Είχε χάσει και την αγαπημένη σε μία άδικη-άνιση
μάχη. Αυτό πονούσε πολύ, ήταν αυτή που ένωνε τις
στιγμές, το πριν με το τώρα στο αύριο.
Ο χρόνος είχε παγώσει του είχε γίνει συνείδηση,
η αγάπη ο έρωτας εδώ σε αυτό τον κόσμο δεν
φέρνουν πάντα γαλήνη ευτυχία και ολοκλήρωση,
μερικές φορές φέρνουν πόνο και πληγές
που δεν επουλώνονται ποτέ.
Έπρεπε, ήθελε να κάνει το χρόνο να ξανατρέξει.
Η εμπειρία, δική του και ξένη έδειχνε ότι κανείς δεν
μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν και τον εαυτό του.
Και τα δύο τον βασάνιζαν είχε πειστεί ότι δεν μπορείς
να ξεφύγεις από το παρελθόν, μα το πάλευε ακόμα
δεν μπορούσε να το δεχτεί, μέχρι που έκανε μία
πολύ στενή γνωριμία με το θάνατο, η αγάπη ο έρωτας
εκείνης που πέρασε από την ζωή του και έφυγε
χωρίς να αφήσει υποσχέσεις άπλωσε το χέρι τον
τράβηξε του έδειξε έναν άλλο δρόμο, έφυγε,
ήταν ένα δυνατό τράνταγμα στην ύπαρξή του,
αυτό τον ξύπνησε από το λήθαργο, τώρα
καταλάβαινε έπρεπε να βάλει ένα ισχυρό φράγμα
να μην μπορεί να περάσει μπροστά το παρελθόν.
Μα έδινε και άλλες πιο δύσκολες μάχες καθημερινές,
ολονύχτιες, με τον εαυτό του, αυτές τον είχαν τσακίσει.
Προσπαθούσε να νικήσει τον εαυτό του ήταν δύσκολο,
έχανε, ήξερε ότι πάντα θα χάνει, ο εαυτός του τον
γνώριζε καλύτερα από ό,τι αυτός, πάντα θα έχανε.
Η νίκη σε αυτή την μάχη ήταν πολύ σημαντική θα
τον απογείωνε. Ένας άγνωστης διάρκειας πόλεμος
ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο.
Το ασυνείδητο που ένιωθε ότι χανόταν στα βάθη του
χρόνου, τον χειραγωγούσε και τον είχε μετατρέψει σε
όργανό του, αδύνατον να αντισταθεί στις προσταγές του.
Αυτό ήταν υπεύθυνο για το παρελθόν που τον στοίχειωνε.
Λειτουργούσε άβουλα σαν υπνωτισμένος έμοιαζε να
είναι γεννημένος από μία ιδιοτροπία της μοίρας,(έτσι
ονομάζει ο λαός το συμβόλαιο ενσάρκωσης, κάποιοι
άλλοι το ονομάζουν βαρύ κάρμα). Για αυτόν δεν ήταν
τίποτα από αυτά, ήταν το αντιπεπονθός, η ανταποδοτική
δικαιοσύνη όλα πληρώνονται εδώ...
Είχε συνειδητοποιήσει ότι την στιγμή που ο χρόνος θα
άρχιζε να ξανατρέχει θα έφερνε ένα πολύ βαρύ μέλλον
που γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να το σύρει μόνος
χωρίς εκείνη (ο Πυθαγόρας το έλεγε φίλιοι αριθμοί,
κάποιοι άλλοι alter ego και κάποιοι, δίδυμες φλόγες)
για αυτόν ήταν όλα μαζί.
Καταλάβαινε ότι έμπαινε σε ένα δρόμο είχε κατακερματίσει
το παρελθόν και ξήλωνε τα κομμάτια να πλέξη το μέλλον,
γνώριζε πως δεν θα υπήρχε λύτρωση παρά μόνο σιωπή
Φίλιοι Αριθμοί
καλούνται δύο αριθμοί όταν ο κάθε ένας από αυτούς ισούται με
το άθροισμα των διαιρετών τού άλλου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου