ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Δεν γνώριζε τι ήταν εκείνο που την οδήγησε εδώ
τούτη την ώρα να είναι μόνη και καθισμένη σε μιά πέτρα
πέρα από το όριο της πόλης.
Μα όλα γίνονται για κάποιο λόγο που δεν ξέρεις σκέφτηκε,
μετά τον μαθαίνεις, στο τέλος.
Και πράγματι έτσι έγινε, από το πουθενά ένα γλυκό σκυλάκι
κουνώντας την ουρά του ήρθε και κάθισε δίπλα στα πόδια της,
άπλωσε το χέρι και το χάιδεψε στο κεφάλι πως σε λένε
του είπε παιχνιδιάρικα.
Απόλλωνα άκουσε μία φωνή πίσω της.
Γύρισε το κεφάλι τον είδε, ήταν ένας κύριος γύρω στα
σαράντα, πέρασε μπροστά της.
Δυστυχώς δεν υπάρχει κάτι για να σας πω καθίστε του είπε.
Πάντα υπάρχει κάτι για να καθίσεις όταν το θέλεις απάντησε και
έσκυψε, πήρε μία μεγαλούτσικη πέτρα και κάθισε απέναντί της.
Έτσι άρχισε μιά σειρά από ατελείωτες συναντήσεις.
Όταν της μιλούσε ένιωθε τα λόγια του να κόβουν σαν ξυράφι
μα η φωνή του ήταν βαθιά, ζεστή και ευχάριστη,
ένιωθε να την γεμίζει ολόκληρη.
Την κοιτούσε στα μάτια και αισθανόταν να την κοιτά σαν
να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο.
Συνέβησαν την ώρα που ο ήλιος χανόταν στον ορίζοντα, έδυε
πίσω από τους λόφους κάνοντάς σε με τα χρώματά του
να νιώθεις σαν να έχει πάρει ο ουρανός φωτιά.
Δεν γνώριζε τι ήταν εκείνο που την οδήγησε εδώ
τούτη την ώρα να είναι μόνη και καθισμένη σε μιά πέτρα
πέρα από το όριο της πόλης.
Μα όλα γίνονται για κάποιο λόγο που δεν ξέρεις σκέφτηκε,
μετά τον μαθαίνεις, στο τέλος.
Και πράγματι έτσι έγινε, από το πουθενά ένα γλυκό σκυλάκι
κουνώντας την ουρά του ήρθε και κάθισε δίπλα στα πόδια της,
άπλωσε το χέρι και το χάιδεψε στο κεφάλι πως σε λένε
του είπε παιχνιδιάρικα.
Απόλλωνα άκουσε μία φωνή πίσω της.
Γύρισε το κεφάλι τον είδε, ήταν ένας κύριος γύρω στα
σαράντα, πέρασε μπροστά της.
Δυστυχώς δεν υπάρχει κάτι για να σας πω καθίστε του είπε.
Πάντα υπάρχει κάτι για να καθίσεις όταν το θέλεις απάντησε και
έσκυψε, πήρε μία μεγαλούτσικη πέτρα και κάθισε απέναντί της.
Έτσι άρχισε μιά σειρά από ατελείωτες συναντήσεις.
Όταν της μιλούσε ένιωθε τα λόγια του να κόβουν σαν ξυράφι
μα η φωνή του ήταν βαθιά, ζεστή και ευχάριστη,
ένιωθε να την γεμίζει ολόκληρη.
Την κοιτούσε στα μάτια και αισθανόταν να την κοιτά σαν
να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο.
Συνέβησαν την ώρα που ο ήλιος χανόταν στον ορίζοντα, έδυε
πίσω από τους λόφους κάνοντάς σε με τα χρώματά του
να νιώθεις σαν να έχει πάρει ο ουρανός φωτιά.
Διστακτικά σιγά-σιγά και αυτή άρχισε να του ανοίγει όπως
ένα τριαντάφυλλο την άνοιξη στον ήλιο.
Τα χρώματα και το αεράκι που χάιδευε τα πρόσωπά τους
ήταν οι μοναδικοί μάρτυρες αυτής της αγάπης που κάθε μέρα
μεγάλωνε, άνθισε στα τελευταία όμορφα δειλινά του πλανήτη
που κάθε μέρα χρόνια τώρα, έσβηνε ό,τι όμορφο υπήρχε.
Όλα είχαν αρχίσει και άλλαζαν για αυτήν, τριάντα χρόνια
κάθε μέρα κοιταζόταν στον καθρέφτη μα δεν είχε δει ποτέ
τον εαυτό της, ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ότι τον βλέπει.
Ήταν ο καθρέφτης που έφτιαχνε η αγάπη τους που άφηνε
να βγουν να αποκαλυφτούν τα πάντα όπως ακριβώς είναι.
Τώρα γνώριζε πως ολόκληρη η ζωή της ήταν εκείνα
τα βράδια εκείνες οι μέρες για αυτά την είχε ετοιμάσει
η πορεία της ζωής της.
Ότι συνέβαινε γύρω της δεν το αντιλαμβανόταν πλέον
ένα τριαντάφυλλο την άνοιξη στον ήλιο.
Τα χρώματα και το αεράκι που χάιδευε τα πρόσωπά τους
ήταν οι μοναδικοί μάρτυρες αυτής της αγάπης που κάθε μέρα
μεγάλωνε, άνθισε στα τελευταία όμορφα δειλινά του πλανήτη
που κάθε μέρα χρόνια τώρα, έσβηνε ό,τι όμορφο υπήρχε.
Όλα είχαν αρχίσει και άλλαζαν για αυτήν, τριάντα χρόνια
κάθε μέρα κοιταζόταν στον καθρέφτη μα δεν είχε δει ποτέ
τον εαυτό της, ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ότι τον βλέπει.
Ήταν ο καθρέφτης που έφτιαχνε η αγάπη τους που άφηνε
να βγουν να αποκαλυφτούν τα πάντα όπως ακριβώς είναι.
Τώρα γνώριζε πως ολόκληρη η ζωή της ήταν εκείνα
τα βράδια εκείνες οι μέρες για αυτά την είχε ετοιμάσει
η πορεία της ζωής της.
Ότι συνέβαινε γύρω της δεν το αντιλαμβανόταν πλέον
σαν μια κρυμμένη ντροπή ούτε σαν ψιθυριστό ''κουτσομπολιό''.
Ήταν κάτι που κραύγαζε και έκανε τα ουρλιαχτά να σμίγουν.
Πονούσε μα μπορούσε και αδιαφορούσε, είχε
συνειδητοποιήσει ότι είχε έρθει η ώρα που ο πόνος δεν
κοινωνικοποιείται γίνεται απόλυτα προσωπικός.
Απρόσμενα και ανέλπιστα είχε βρεθεί-είχε μπει στο όχημα
που θα την πέρναγε απέναντι.
Είχαν περάσει ήδη σε έναν άλλο κόσμο,
ένιωθε γαλήνη πληρότητα ευδαιμονία...
Ήταν κάτι που κραύγαζε και έκανε τα ουρλιαχτά να σμίγουν.
Πονούσε μα μπορούσε και αδιαφορούσε, είχε
συνειδητοποιήσει ότι είχε έρθει η ώρα που ο πόνος δεν
κοινωνικοποιείται γίνεται απόλυτα προσωπικός.
Απρόσμενα και ανέλπιστα είχε βρεθεί-είχε μπει στο όχημα
που θα την πέρναγε απέναντι.
Είχαν περάσει ήδη σε έναν άλλο κόσμο,
ένιωθε γαλήνη πληρότητα ευδαιμονία...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου